Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Η ΣΦΑΓΗ ΣΤΟ ΔΟΜΕΝΙΚΟ από τους δήθεν ήπιους Ιταλούς – Ο φασισμός με όποιο μανδύα και αν εμφανιστεί βάρβαρος παραμένει



Φλεβάρης του 1943.

Το αντάρτικο κίνημα όλο και δυνάμωνε από εκείνους τους πατριώτες που άφησαν τις δικές τους δουλειές και το προσωπικό τους συμφέρον. Και όπως έλεγε ο Κολοκοτρώνης για τους επαναστάτες του 1821:

Έτρεξαν, εκόπιασαν  και εθυσιάσθηκαν διά την κοινήν ελευθερίαν, και δεν εμισθώθησαν δι’ απόλαυσιν υλικήν. Εκείνων εκ των Ελλήνων πρέπει να επαινώμεν και να μακαρίζωμεν… Και λίγο παρακάτω συμπληρώνει: Πρώτον και κύριον έργον των επαναστατών είναι να σκοτώσουν τον εχθρόν της πατρίδος των, δια να του αφαιρέσουν την εξουσίαν …[1]

Το μήνυμα που πήρε η αντάρτικη ομάδας του ΕΛΑΣ , του Β. Οικονόμου, έλεγε ότι κάπου εκεί κοντά γίνονταν συμπλοκή ανάμεσα σε αντάρτες και σε μια ιταλική φάλαγγα.

Δύναμη από 50 παρτιζάνους μοιρασμένη σε τρεις ομάδες κι αθέατη, είχε στήσει ενέδρα πίσω από τους γήλοφους της περιοχής, στην θέση Μαυρίτσα στον δρόμο ανάμεσα στο Δομένικο και στη Μυλόγουστα. Στις δέκα και μισή το πρωί μια φάλαγγα με 4 φορτηγά ιταλικά, δύο μοτοσικλετιστές που προπορεύονταν, πλησίασε στο σημείο της ενέδρας. Ένας αντάρτης έριξε μια χειροβομβίδα στις μοτοσυκλέτες. Ο ένας μοτοσικλετιστής σκοτώθηκε, ενώ ο άλλος έκανε στροφή και με ταχύτητα έφυγε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς την Μυλόγουστα, όπου στάθμευε ένας λόχος Ιταλικού στρατού.  Μόλις οι αντάρτες αντίκρισαν τους Ιταλούς, έβαλαν μ’ όλα τα όπλα και τα πολυβόλα από τις θέσεις τους, ενάντια στη διερχόμενη φάλαγγα.

Οι δυνάμεις των Ιταλών ξεπερνούσαν την δύναμη του τάγματος. Το ανακοινωθέν αριθ. 4[2] του Στρατηγείου Θεσσαλίας του ΕΛΑΣ αναφέρει πως ενεφανίσθης 6 αυτοκίνητα πλήρη Ιταλών στρατιωτών, περίπου 130 αν  και κατά τις πληροφορίες των ανταρτών κατευθύνονταν προς τα Χάσια για να «χτενίσουν» τα γύρω χωριά που τα «πατούσε» ο ΕΛΑΣ.

Χαλάζι οι σφαίρες και το κροτάλισμα των πολυβόλων, έδειχνε πως η συμπλοκή συνεχιζόταν αμείωτη και με αδιάκοπη σφοδρότητα και ένταση. Η μάχη φαίνονταν πως δεν πήγαινε καλά για τους Ιταλούς. Σε λίγο πάνω από το πεδίο εμφανίστηκαν δύο αεροπλάνα που άρχισαν να διαγράφουν αμέσως αλλεπάλληλους κύκλους.

Αφού έκαναν την αναγνώριση άρχισαν να πολυβολούν άγρια σε κάθε κατεύθυνση, αναγκάζοντας τους αντάρτες να συμπτυχθούν προς τα ενδότερα.

Ο απολογισμός εκείνης της σύγκρουσης ήταν εννέα νεκροί και τραυματίες Ιταλοί και ένας αντάρτης βαριά τραυματισμένος[3]. Ο Δημήτρης Μπαλής, επιτελάρχης της Ιης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και διευθυντής του 3ου Γραφείου επιχειρήσεων, μας δίνει 60 περίπου νεκρούς Ιταλούς και 30 τραυματίες, που άντλησε από το «Ημερολόγιο της Ιης Μεραρχίας»[4].

Ο μοτοσικλετιστής που έφθασε στην Μυλόγουστα ενημέρωσε τους Ιταλούς για την επίθεση και εκείνοι ειδοποίησαν τις φρουρές της Ελασσόνας και του Τυρνάβου.

Τρεις φάλαγγες αυτοκινήτων με εξαγριωμένους ιταλούς στρατιώτες και λεγεωνάριους, ξεκίνησαν από τον Τύρναβο, την κοντινή Μυλόγουστα και την Ελασσόνα, σκορπίζοντας τον θάνατο στο δρόμο τους, καθώς κατευθύνονταν στον τόπο της ενέδρας, ανάμεσα στα χωριά Αμούρι και Δομένικο.

 

Ο ρόλος των δοσίλογων - Λεγεωνάριων

Ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτισε ο δωσίλογος συνεργάτης των κατακτητών διορισμένος από αυτούς πρόεδρος της κοινότητας του χωριού Νίκος Χώτος, που βοήθησε τους Ιταλούς, αφού τους παρέδωσε μια ονομαστική κατάσταση των κατοίκων.

 Όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της δίκης των δοσιλόγων:

Από το χωριό μας υπηρετεί ως λεγεωνάριος μόνον[5] ο Νικόλαος Χώτος, τον οποίον ο Ματούσης και ο Διαμάντης διόρισαν Πρόεδρον της Κοινότητας Δομενίκου. Πρόεδρος της Κοινότητος Δομενίκου ήμην εγώ, αλλά κατ’ εντολήν του Ματούση και Διαμάντη παρέδωσα την προεδρίαν εις τον Νικόλαον Χώτον όστις μετά τριήμερον έφερεν και έγραφον διαταγήν της Νομαρχίας Λαρίσης περί διορισμού αυτού και αντικαταστάσεώς μου. Ο Νικόλαος Χώτος έγινε όργανον των Ιταλών και απεκόμισε πολλά κέρδη εκ της μετά των Ιταλών συνεργασίας του…[6]

Αλλά και σε κάθε δράση των κατοχικών στρατευμάτων, δίπλα τους βρίσκονταν οι απαραίτητοι ντόπιοι καταδότες. Αυτό αναδείχνεται και πάλι από τις δίκες των δοσιλόγων για τον Οκταβιανό Χατζημπύρο, κάτοικο Πραιτωρίου Ελασσόνας, από μαρτυρίες[7]:

Ο Οκταβιανός Χατζημπύρος ήτο[8] εις την Ιταλικήν φάλαγγα, ότε την εκτύπησαν οι αντάρτες, και μάλιστα ετραυματίσθη και μετά επακολούθησε η καταστροφή του Δομενίκου.

Σε άλλη κατάθεση:

Ο Οκταβιανός Χατζημπύρος φορούσε το σήμα του ιταλού επιλοχίου και την ημέρα που οι αντάρται που χτύπησαν του Ιταλούς πήγε εις την Ελασσόνα να φέρει τους Ιταλούς. Μετείχε δε ενεργώς όλων των πράξεων του ιταλικού στρατού.

Και σε τρίτη μαρτυρία για τον ίδιο αναφέρεται:

Ο Οκταβιανός Χατζημπύρος ήτο ντυμένος ως Ιταλός, εις αυτόν δε οφείλεται ο θάνατος του ήρωος της Αλβανίας ταγματάρχου Μπαλντούμη, τον οποίο επρόδωσε στους Ιταλούς.

Κι αυτό είναι μόνο ένα μικρό δείγμα της συμβολής του δοσιλογισμού στην «υπόθεση του Δομένικου», αφού συμμετείχαν και πολλοί άλλοι, όπως ο Αδάμος ά Αδαμάκης Μπίλης (Μπίλιας). 


Νικόλαος  Μπαμπαλής

Αξίζει να αναφέρουμε τη στάση που κράτησε ο διοικητής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ελασσόνας, Νικόλαος Μπαμπαλής, που έστειλε στο ιταλικό Φρουραρχείο Ελασσόνας επιστολή διαμαρτυρίας και αναφέρθηκε στις θηριωδίες των Ιταλών φασιστών, φθάνοντας στο σημείο να κατηγορήσει τους Ιταλούς πως τέτοια κακουργήματα διαπράττουν μόνο οι βάρβαροι. Ακόμα την επιστολή του έστειλε στον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, στο υπουργείο των Εσωτερικών και το Αρχηγείο Χωροφυλακής.

Το αποτέλεσμα ήταν η φυλάκιση και η καταδίκη του σε θάνατο, ποινή την οποία τελικά γλίτωσε. Δε γλίτωσε όμως τη μεταφορά του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ιταλία. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα, κρίθηκε ακατάλληλος για τη Βασιλική Χωροφυλακή και διώχθηκε από τις τάξεις της[9]. Ο Νικόλαος Μπαμπαλής επέδειξε αυτοθυσία και δε φοβήθηκε να υπερασπιστεί το δίκαιο ενάντια στις θηριωδίες των Ιταλών σε αντίθεση με πολλούς δωσίλογους

Από παρελθούσης Τρίτης κωμόπολις, Δομενίκου δεν υπάρχει. Στρατός κατοχής με επικεφαλής αξιωματικούς, εξ αφορμής μιας επιθέσεως ενεργηθείσης κατ’ αυτού επί δημοσίας οδού Τυρνάβου - Ελασσόνος υπό 50δος ενόπλων ανταρτών και ενισχυθείς εκ Λαρίσης - Τυρνάβου - Ελασσόνος με στρατόν και αεροπορίαν, δεν επεδόθη εις δίωξιν ανταρτών, αλλά μετά λύσσης επεδόθη εις εύκολον ηρωϊσμόν, δηλαδή σύλληψιν και φόνον αθώων, διαρπαγήν και πυρπόλησιν οικιών. Εκτός συλληφθέντων εντός κωμοπόλεως συνέλαβον εν υπαίθρω πάντα ασχολούμενον εις γεωργικός εργασίας και τους εφόνευσαν. Μέχρι στιγμής αριθμός εκτελεσθέντων υπερβαίνει 150, χωρίου Μυλόγουστα 15, χω­ρίου Αμούρι 5[10], πυρποληθείσαι οικίαι 200. Δομενίκου θρήνοι, οδυρμοΙ και κραυγσί απελπισίας ακούονται και συγκινητικαί σκηναί εκτυλίσσονται. Απορφανισθείσαι οικογένειαι στερούνται στέγης, τροφής και παντός χρειώδους.


ΟΙ ΦΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟΝ ΣΑΣ

Ο ίδιος υποδιοικητής, που πλημμύρισε από πρωτοφανή αγανάκτηση, έστειλε προς την Ιταλική Διοίκηση έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε.

Διαμαρτύρομαι με όλην την δύναμιν της ψυχής μου ως αξιωματι­κός και ως άνθρωπος διά τα αποτρόπαια εγκλήματα, τα οποία την παρελθούσαν Τρίτην 16ην τρέχοντος μηνός διέπραξεν εις Δομένικον ο στρατός σας, έχων δυστυχώς αξιωματικούς επικεφαλής, διά της θανατώσεως 150 αθώων και αόπλων πολιτών Δομενίκου, Απορφανίσας ισα­ρίθμους οικογενείας και ρίψας εις την δυστυχίαν και θλϊψιν αρκετάς εκατοντάδας αθώων γυναικοπαίδων και πυρπολήσας υπερδιακοσίας οικΙας μετά των υπαρχόντων των και αφού προηγουμένως οι αξιωματικοί και οι στρατιώται σας αφήρεσαν ό,τι πολύτιμον αντικείμενον εύρον.


Και άλλοτε στρατιώται σας και αξιωματικοί διέπραξαν εγκλήματα, φονεύσαντες αθώους, πολίτας και επεχειρήσατε να συγκαλύψετε τα εγκλήματα αυτά και δεν εδίστασαν οι αξιωματικοί σας να αποδώσουν τους φόνους εις Έλληνας (λεγεωναρίους) περιβληθέντας δήθεν στολάς Ιταλών και επεχείρησαν να με εκβιάσουν να υποβάλω αναφοράν, αναιρούσαν προηγουμένην διά της οποίας κατήγγειλα τους φόνους αυτούς Τώρα ποίαν δικαιολογίαν θα προβάλετε; Ημείς, στηριζόμενοι εις τα γεγονότα του ΔΟΜΕΝΙΚΟΥ, θα πιστεύωμεν ακραδάντως ότι όλοι οι φόνοι Ελλήνων είναι έργον σας
.



[1] Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, παρουσίαση Γ. Τερσέτη - Α. Πολυζωϊδη, Φωτάκου, , επιμέλεια Έλλης Αλεξίου, εκδ. Ιστορικές 1821, Αθήνα 1977, σ.43.

[2] Λανθασμένα ο Λάζαρος Αρσενίου στο βιβλίο του Η Θεσσαλία στην Αντίσταση (1999), τ. Α΄, σ.236, γράφει ανακοινωθέν Αρχηγείου Β. Θεσσαλίας αριθ. 6.

[3] Αυτόν τον απολογισμό μας τον δίνει ο Βάσος Καλογιάννης σε μια αναφορά του στον τοπικό τύπο.

[4] Δημήτρης Εμ. Μπαλλής, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, εκδ. Σ.Ε., Αθήνα 1981, σ. 204.

[5] Υπήρχαν και άλλοι δέκα (10) αναφέρει άλλος αφηγητής.

[6]  Πρακτικά Ε.Δ.Δ. του Εφετείου της Λάρισας με αριθμό 159/1946 // Σταύρος Παπαγιάννης, Τα Παιδιά της Λύκαινας…, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα 2004, σ.49.

[7] Ό.π., σ. 65

[8] Ό.π., μαζί με τον Οκταβιανό ήταν και ο αδερφός του.σ. 160 [αφήγηση Ανδρέα Πάκα]

[9] Λάζαρος Αρσ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, εκδόσεις «έλλα», Λάρισα, τόμος Α’, σελ. 237.

[10] Ο συνολικός αριθμός των δολοφονημένων από τους Ιταλούς δίνεται διαφορετικός από όσους έχουν γράψει, γιατί υπάρχει η δυσκολία της καταγραφής εκείνων των διάσπαρτων εκτελεσμένων που βρέθηκαν έξω από τα χωριά, κατά τη συνολική διαδρομή των κατοχικών στρατευμάτων που κινήθηκαν μεταξύ Ελασσόνας καιΤυρνάβου.

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η δολοφονία του Προέδρου του Εργατικού Κέντρου Λάρισας Κων. Ζιώτα

 


Στις 5 Γενάρη 1944 ένας Ιταλός φασίστας της μυστικής αστυνομίας, δολοφόνησε μέσα στο σπίτι του τον πρό­εδρο του ΕΚΛ Κ. Ζιώταν. μπήγοντας το στιλέτο στα στήθεια του. Ο Ζιώτας είχε τρέξει στις φωνές ενός πατριώτη που ζητούσε βοήθεια γιατί οι φασίστες του λεηλατούσαν το σπίτι.

Ο Κων. Ζιώτας ήτανε θαρραλέος αγωνιστής — συνδικαλιστής και προέρχονταν από τον κλάδο των οδηγών αυτοκινή­των. Πήρε στα χέρια του το κίνημα σε μια περίοδο που ο εχ­θρός είχε λυσσάξει από τα κτυπήματα τόσο στα μεγάλα πολε­μικά μέτωπα, όσο και από τα αντάρτικά κινήματα και ιδιαίτερα εδώ σε εποχή που είχε οργανωθεί τέλεια το εργατικό ΕΑΜ (Ε. Ε.Α.Μ.) και στο οποίο συμ­μετείχαν στελέχη από την πόλη όπως οι: Γαργαλιάνος, Δαμασιώτης, Δι­δασκάλου, Αλεξοπούλου κ.ά..

Αυτό όμως δέν άρεσε στον κατακτητή που βάλθηκε να εξοντώσει τον Ζιώτα. Βέβαια για την εξόντωσή του έβαλαν το χέρι τους και ντόπιοι δουλοπρεπείς συνεργάτες των καταχτητών.

Ο άνθρωπος των Γερμανών στο ΕΚΛ - υπήρχαν και τέτοιοι - είχε πει στη διοίκηση ότι ο Ζιώτας ήτανε κομμουνιστής και μάλιστα εκ των πλέ­ον δραστήριων...

Οι κατακτητές όμως είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν και το βράδυ στις 5 Ιανουάριου ξημερώνοντας 6, ημέρα Τετάρ­τη, ο Κων. Ζιώτας έπεφτε δολοφονικά χτυπημένος στο σπίτι του.

Την κηδεία του Ζιώτου παρακολούθησε ολόκληρος ο Λαρισαϊκός λαός κι’ η νέα του γενιά, σ’ εκδήλωση φλογερού μίσους ενάντια στα χιτλερικά χτήνη.  

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Πρωτοχρονιά 1943 - Το πρώτο ΕΛΑΣίτικο σαμποτάζ του νεοσύστατου Μηχανικού Ολύμπου


Η πρώτη ομάδα του ΕΛΑΣ στον κάτω Όλυμπο συ­νήλθε το Μάη του 1942[1] με εντολή της οργάνωσης ΕΑΜ Λάρισας, που καθοδηγητής της ήταν ο Κ. Γαμβέτας και αντιπρόσωπος της περιφερειακής οργάνωσης ο Κώστας Χαλκιάς απ’ τα Αμπελάκια Λάρισας. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από 6 μέλη, ήτοι τους Πούλιου Μήτσιο (Παππού) από τους Γόννους, Κορδέλα Βάϊο επί­σης από τους Γόννους, Σαρακατσιάνη Δημ. (Μακεδόνα), Καλδή Γιώργο (Κέδρο), και οι δύο απ’ το Βογατσικό Καστοριάς, και τους Μποροζίκα Χρυσόστομο και Μάρκο Γιώργο απ’ το Μακρυχώρι Λάρισας.

Ο Παππούς με τον Κορδέλα έμειναν στον Κάτω Ό­λυμπο και οι υπόλοιποι 4 πέρασαν στον Κίσσαβο. Στην ομάδα του Κάτω Ολύμπου κατατάχτηκαν αρκε­τοί αντάρτες, οι οποίοι είχαν υπηρετήσει στο μηχανικό του τακτικού στρατού και κατά συνέπεια, ήταν οι πιο κατάλληλοι για τη δημιουργία σαμποτέρ, και, εφ’ όσον αποφασίστηκε να γίνει σαμποτάζ, χωρίστηκαν απ’ την ομάδα Πούλιου (Παππού ) και απετέλεσαν άλλη ομάδα με επικεφαλής τον Κορδέλα Βάιο. Σ' αυτή την ομάδα ρίχτηκε η ιδέα να γίνει σαμποτάζ στη γραμμή μεταξύ Τεμπών και Πλαταμώνα. Εκρηκτικά όμως, δεν υπήρ­χαν καθόλου.

Τότε αποφασίζουν να ξηλώσουν τις σιδη­ροτροχιές της γραμμής. Αφού συγκέντρωσαν τα απα­ραίτητα εργαλεία, λοστούς και διάφορα κλειδιά, την 30 Δεκεμβρίου 1942 οι άνδρες της ομάδας, ξεβιδώνουν με τεράστιες δυσκολίες τα μπουλόνια μιας σιδηροτροχιάς κοντά στο σταθμό Πλαταμώνα, με απο­τέλεσμα να εκτροχιασθεί αμαξοστοιχία του εχθρού και με απώλειες 35 νεκρούς Γερμανούς.

Η ομάδα μετά την εκτροχίαση συμπτύχθηκε στο χω­ριό Κρανιά.

Οι Γερμανοί ανησύχησαν και αποφάσισαν την πρώ­τη εκκαθαριστική επιχείρηση. Έτσι στις 31-12-42, νύχτα, φτάνουν στα χωριά Κρανιά.

Στην Κρανιά βρίσκεται η ομάδα Κορδέλα και η ομά­δα Παππού. Είναι Πρωτοχρονιά, ήπιαν και λίγο και στρατωνίζονται στην εκκλησιά Άγιος Ταξιάρχης. Ο σκοπός Μητσιμπώνης δεν αντιλαμβάνεται τους. Γερμανούς έγκαιρα και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος. Οι υπό­λοιποι που βρίσκονται στην εκκλησία κατορθώνουν να ξεφύγουν κακήν κακώς. Οι Γερμανοί έχουν ήδη κυ­κλώσει το χωριό. Με τα πρώτα ντουφεκίδια οι άνδρες του χωριού προσπαθούν να κρυφτούν. Ο πρώτος ξά­δερφός μου[2], Νίκος Γράβαλος, πρσπαθώντας να ξεφύγει, χτυπιέται από μυδράλιο και έτσι έχουμε τον πρώτο νεκρό.

Οι Γερμανοί πιάνουν ομήρους το δάσκαλο του χω­ριού Τσάτσαρο Σωτήρη και τον Παπαθανάση, παπά του χωριού. Ο δάσκαλος εκτελέστηκε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Έκαψαν αρκετά σπίτια και συμπτύχθηκαν στην Ραψάνη όπου εγκατέστησαν την Κομαντατούρα της Γκεστάπο. Απ’ τη Ραψάνη έπιασαν ομήρους τους: 1) Τίτο Νίκο, 2) Κανάτα Γιώργο και 3) Τσιστιλαρά Αντώνη, οι οποίοι στάλθηκαν στο στρατόπεδο Παύ­λου. Μελά, όπου και εκτελέσθηκαν.

Έτσι από την 1η Ιανουάριου 1943 στη περιοχή Κά­τω Ολύμπου έχει εγκατασταθεί, στη Ραψάνη, γερμανι­κή δύναμη ως προφυλακή για τη σιδηροδρομική γραμ­μή.



[1] Θεσσαλία στους Κοινωνικούς Αγώνες,  τεύχος 4, σελ. 6-55, Δημήτρης Μπάρμπας – 80 χρόνια από την γέννηση του Ε.Λ.Α.Σ.. 2 ΜΑΗ 1942 Συγκροτήθηκε η πρώτη αντάρτικη ομάδα του Ε.Λ.Α.Σ. στην Ελλάδα.

[2] Γιώργη Ζαρογιάννη (Καβαλλάρης) - Αναμνήσεις από την Εθνική Αντίσταση (ΕΛΑΣ), εκδ. Αφών Τολίδη, Αθήνα, σελ. 64-71.


Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Έφυγε ο Θανάσης Ριζάκης για να συναντήσει τους συναγωνιστές του, στις Ταξιαρχίες της Λευτεριάς

 

ΚΑΛΌ ΤΑΞΊΔΙ σύντροφε Θανάση στον αστρόκοσμο της Ιστορίας.

 Όλα τα χρόνια πάλευες για την ανάδειξη της Αληθινής Ιστορίας των αγώνων και την απόδοση τιμής στους αγωνιστές του αντιφασιστικού και λαϊκού μας κινήματος.

Ο ίδιος δεν είχες ανάγκη ν’ αποδείξεις την αγάπη για την πατρίδα και τον λαό μας. Η φυσική σου παρουσία και μόνο το μαρτυρούσε.

Έδωσες το μεγάλο παρόν, από μικρό παλληκαράκι, στα δυο μοναδικά έπη των κοινωνικών αγώνων, την Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. και στην δεύτερη αγγλο-αμερικάνικη κατοχή μέσα από τις γραμμές του Δ.Σ.Ε.

Πολέμησες πρώτα στον ΕΛΑΣ ενάντια στους γερμανο-ιταλούς κατακτητές και τα ντόπια τσιράκια τους. Λίγο μετά την απελευθέρωση ενάντια στον βρετανικό στρατό κατοχής και τους ταγματασφαλίτες στις μάχες του Δεκέμβρη στην Αθήνα. Όλα αυτά τα «πλήρωσες» με βαρύ προσωπικό κόστος, όπως ήταν οι πολλοί τραυματισμοί σου, αλλά και η σύλληψή σου που ακολούθησε με τον εγκλεισμό σου από του βρετανούς «συμμάχους» στο στρατόπεδο του Χασάνι (παλιό αεροδρόμιο της Αθήνας), ως ανταμοιβή για την άδολη αγάπη στον λαό και τον πατριωτισμό σου.

Όταν μετά από μήνες ελευθερώθηκες γύρισες στο χωριό (Σωτηρίτσα Αγιάς) για ν’ αρχίσεις  μια νέα ειρηνική ζωή. Όμως, το δοσίλογο αστικό κράτος με την εφαρμογή της «Λευκής τρομοκρατίας» με τους σουρλάδες, τις διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, αλλά και με την άμεση συμμετοχή του με την αστυνομία και τον προσεκτικά επιλεγμένο δωσιλογικό στρατό, άρχισε πάλι τις διώξεις.

Οι αγωνιστές που πολέμησαν τους κατακτητές, έχοντας τραυματιστεί, όπως εσύ (με διαμπερές τραύμα στο στήθος, χάσιμο των δακτύλων του αριστερού σου χεριού, του αυτιού και της ακοής), αντί να επιβραβευτούν για την υπηρεσία προς την πατρίδα, διώχτηκαν. Άλλοι πολλοί, κάθε ηλικίας, βασανίστηκαν απάνθρωπα, φυλακίστηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, εξορίστηκαν, ακόμα και δολοφονήθηκαν, όπως τα οκτώ άτομα από την οικογένειά σου, που ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας σου.


Μονόδρομος, όπως έλεγες ήταν το βουνό… Η συμμετοχή στον Δ.Σ.Ε. ήταν μοναδική διέξοδος. Νέες περιπέτειες, νέες ταλαιπωρίες και νέες ελπίδες. Δυστυχώς στην μάχη του Καρπενησίου τον Γενάρη του 1949 χάνεις και το ένα χέρι. Ακολουθούν τα χειρουργεία και τέλος η αναγκαστική πολιτική προσφυγιά στην Πολωνία…

Βαριά τραυματισμένοι αντάρτες του Δ.Σ.Ε. σε κέντρο αποκατάστασης στην Πολωνία.
Ο Θανάσης Ριζάκης στην πρώτη σειρά, δεύτερος από δεξιά

Θανάση, για όλη σου αυτή την διαδρομή, όχι μόνο δεν μετάνιωσες, αλλά ήσουν περήφανος, γιατί το θεωρούσες πως έκανες το άδολο χρέος σου προς την πατρίδα και το λαό σου. Η ήσυχη συνείδησή σου και η ευγενική φυσιογνωμία σου σε έκαναν αγαπητό σε όλους και αποτέλεσες την πηγή άντλησης δύναμης για ‘μας.

 


.



Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

22 Δεκέμβρη 1942 - Ιταλικό Στρατόπεδο Λάρισας


Κύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου. 12/09/1942 στο Ιταλικό στρατόπεδο Λάρισας

Οι παραμονές των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, δεν λάμπουν πάντα από την ομορφιά της αναμονής των θερμών και χαρούμενων ευχών και εκδηλώσεων των συγγενών και φίλων. Υπάρχουν δυστυχώς και περιπτώσεις, όπως ο πόλεμος, που μεταβάλουν τις ανθρώπινες σχέσεις σε κτηνώδεις καταστάσεις.

Μια τέτοια μέρα έζησαν οι αιχμάλωτοι πατριώτες μας στο ιταλικό στρατόπεδο που βρίσκονταν στο αεροδρόμιο 83 χρόνια πριν

Παραθέτω χωρίς καμία παρέμβαση, αυτούσια την αφήγηση ενός αιχμαλώτου, του Γ. Δεληκάρη[1], όπως την βίωσε.

Ξημέρωνε Κυριακή 22 Δεκεμβρίου και στο θάλαμό μας μέσα είχαμε 10 νεκρούς. Τους μαζέ­ψαμε με προσοχή και τους βάλαμε στη γωνιά του θαλάμου και ορκιστήκαμε όλοι επάνω στο πτώμα τους εκδίκηση για τους αίτιους της καταστροφής αυτής και άθελά μας σιγοτραγουδούσαμε «Μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά κι’ ο Έλλην ξεσπαθώνει»[2], τό­σα σιγά για να μη μας ακούσουν οι Ιταλοί γιατί αλλοίμονό μας. Θα μας σκότωναν όλους. Ζητούσαν αφορμή για να μας καθαρίσουν μια για πάντα. Άλλω­στε μας το είπανε. Εδώ που ήρθατε θα πεθάνετε όλοι. Ήθελαν να μας ξεπαστρέψουν για |να φέρουν και άλλους γιατί έξω στο βουνό άρχισε να γίνεται αισθητή η λαϊκή αντίσταση.

Έτσι λοιπόν σιγά πεθαίναμε, δίχως καμμιά ιατρική περίθαλψη και δίχως ρούχα για να κοιμηθούμε. Κοιμόμασταν μέσ’ το νερό, πάνω σε άχυρα και από πάνω η σκεπή ήταν μισάνοιχτη, κι’ όταν έβρεχε γέμι­ζε ο θάλαμος. Έτσι μας είχαν χειρότερα και από ζώα.

Μόλις άνοιξε λοιπόν η πόρτο του θαλάμου και μπήκαν μέσα οι Ιταλοί μαζί με τον προδότη Αντώνη άρχισαν με κλοτσιές και βουρδουλιές να μας χτυπούν σαν τα σκυλιά λέγοντός μας «Μην τους κλαίτε παλιόσκυλα, γιατί και σεις θα πεθάνετε αύριο». Και ο προδότης Αντώνης μπρος στο θέαμα αυτό γελούσε σαν τσακάλι.

|Μα τότε συνέβη κάτι το τρο­μερό, κάτι το αλλόκοτο. ένα ! γεροντάκι φώναζε με όλη τη δύναμη της φωνής του, «Που θα πάτε άτιμοι φασίστες όσους και να σκοτώσετε από μας, θα μείνουν για να μας εκδικηθούν». Αυτό είπε ο γέρος και άρχισε να βγάζει κάτι άναρθρες κραυγές. Ο γέρος τρελάθηκε. Τότε οι Ι­ταλοί σαν τσακάλια χύμηξαν επάνω του και παίρνοντας μια μεγάλη πέτρα που είχαμε βάλλει πίσω από την πόρτα του θαλάμου μας για στήριγμα, την έριξαν επάνω στο κεφάλι του, κι’ ο γέρος σωριάστηκε κάτω με τις γροθιές σφιγμένες, έτσι σα να εκδήλωνε όλο το μίσος του γι’ αυτούς. Μετά από αυτά μας έβγαλαν στο κρύο και στη λάσπη και μας χτυπούσαν γυμνούς μέχρις ότου πέσαμε κάτω αναίσθητοι.

Έτσι μας άφησαν μέχρι το βράδυ δίχως νερά και φαΐ και δί­χως ρούχα, γιατί δεν μας άφησαν να τα πάρουμε. Όταν μας διέταξαν να μπούμε μέσα ημείς προσπαθήσαμε να μπούμ
ε με δυσκολία και από την εξάντληση γι’ αυτά μας άρχισαν πάλι στις κλω­τσιές αφήνοντας άλλους 10 νε­κρούς από τα βασανιστήρια και το κρύο.

Όλα όμως αυτά δεν μας λύγησαν το ηθικό μας κι’ ούτε μας έσπασαν τη θέληση, αλλά αντίθετα μας ατσάλωσαν την ψυχή και μας έκαναν λαϊκούς αγωνιστές αντάξιους ταυ αγώνα που καταβάλαμε και των προσδοκιών του λοού μας.[3]



[1] Δεληκάρης Γιώργος του Χαράλαμπου από τον Πειραιά.

[2] Αυτά ήταν κάποια από τα πρώτα τραγούδια που τραγουδούσαν οι Αντιστασιακοί.

[3] «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», Όργανο του Παραρτήματος Θεσσαλίας, της Εθνικής Αλληλεγγύης Ελλάδας, αρ. φύλλου 34,  1945.11.25, σ.2.

  

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Με αφορμή τα 100 χρόνια από την γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη



Ο Μίκης Θεοδωράκης στη Λάρισα το 1966

Η είδηση γράφτηκε στην τοπική Εβδομαδιαία Δημοκρατική Εφημερίδα της Λάρισας Δημοκρατική Φωνή, την 1η Αυγούστου 1966.και αναφέρει:

Στις 29 Ιούλη 1966 μέρα Παρασκευή το αναψυκτήριο που λειτουργούσε στου Αλκαζάρ, γέμισε από τους μοναδικούς ήχους του μουσικοπλάστη συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Τα ευήκοα εμπνευσμένα ποιήματα των μεγάλων μας ποιητών Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη, Γκάτσο, Χριστοδούλου, κ.λπ. επενδύθηκαν από τις πολύχρωμες νότες του μεγάλου μουσουργού.  Τα τραγούδια αποδόθηκαν από τις πιο φρέσκες, πολλά υποσχόμενες, μελωδικότατες, με ξεχωριστή ταυτότητα η κάθε μια τους φωνή. Νέοι τους όλοι, γύρω στα είκοσι, και πρωτάκουστοι τραγουδιστές, Γιάννης Πουλόπουλος[1], Δημήτρης Μητροπάνος[2], Μαρία Φαραντούρη[3]  και η Λαρισαία
Ελένη Ροδά[4].

Κάθε εκδήλωση-συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στη πόλη μας αποτελούσε κι ένα σταθμό στη μουσική και γενικότερα την καλλιτεχνική ζωή της Λάρισας.

Η συναυλία εκείνης της Παρασκευής ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Χιλιά­δες Λαρισαίοι χάρηκαν, συγκινήθηκαν, ενθουσιάστηκαν με τις συνθέσεις του μεγάλου μουσουργού.

Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ

Η συναυλία άρχισε στις 9,30 μ.μ. Από πολύ νωρίς ο χώρος του κέντρου του Αλκαζάρ είχε κατακλεισθεί από τις χιλιάδες των φίλων της μουσικής. Συμπολίτες από όλα τα στρώματα - εργάτες, υπάλληλοι, έμποροι, διανοούμενοι - ανεξάρτητα από πολιτική τοποθέτηση κατέβηκαν ν’ ακούσουν, ν’ απολαύουν τη γνήσια Ελληνική μουσική, να χειροκροτήσουν το μεγάλο συνθέτη.

Στις πρώτες σειρές των καθι­σμάτων διακρίνουμε τον βουλευτή κ. Περραιβό, το Δήμαρχο κ. Αλ. Χονδρονάσιο, τον Αντιδήμαρχο κ. Μεν. Παπαδόπουλο, τον πρόεδρο του Δημ. Συμβουλίου κ. Αχ. Κολοκοτρώνη, Δημοτικούς Συμβού­λους, εκπροσώπους οργανώσεων κ. ά. Η συναυλία ήταν υπό την αιγίδα της Δημοτικής αρχής.

Στο συνθέτη και τους συνεργά­τες του προσέφεραν ανθοδέσμες ο Δήμος Λαρίσης και η Δ.Ν.Λ. της πόλης μας.

Ο Δήμαρχος κ. Αλ. Χονδρονάσιος καλωσόρισε τους καλλιτέχνες και τους ευχήθηκε πάντα επιτυχίες σαν αυτή της Λαρίσης.

Τον κ. Θεοδωράκη και τους συνεργάτες του χαιρέτισε με σύντομη ομιλία και ο βουλευτής της Ε.Κ. κ. Περραιβός.


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Το πρόγραμμα της συναυλίας αποτελούσαν κομμάτια του κ. Θεοδωράκη από διάφορες συνθέσεις παλαιές και νέες.

Τραγούδησαν με τη σειρά εμφάνισης ο κ. Γιάννης Πουλόπουλος, ο κ. Δημήτρης Μητροπάνος η δις Μαρία Φαραντούρη και η Κα Ελένη Ροδά, Λαρισαία καλλιτέχνης.

Το πρώτο μέρος του προγράμματος αποτελούσαν τραγούδια από τις σειρές «Αρχιπέλαγος», «Άξιον Εστί», «Του νεκρού αδελφού» Τραγούδησαν με τη σειρά που αναφέραμε όλοι οι τραγουδιστές του συγκροτήματος.

Με τον καταπληκτικό «Κρητικό χορό» έκλεισε το πρώτο μέρος μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού και σε θύελλα χειροκροτημάτων του πυκνότατου ακροατηρίου.

Στο Β' μέρος ο συνθέτης πα­ρουσίασε με τραγουδιστές το Γ. Πουλόπουλο και το Δ. Μητροπάνο, κομμάτια από τις νέες δημιουργίες «Ματχάουζεν» και «Ρωμιοσύ­νη» στίχοι Γ. Ρίτσου).

Τα τελευταία τραγούδια και ιδιαίτερα η «Ρωμιοσύνη» συνάρπασαν κυριολεχτικά το κοινό. Όρθιοι οι χιλιάδες των ακροατών χειροκροτούσαν και επευφημούσαν ώρα πολύ τον συνθέτη και τους συνεργάτες του.

Η εκδήλωση τούτη θα μείνει για τους Λαρισαίους αξέχαστη. Ζήσαμε όλοι δύο ώρες πραγματικής καλλιτεχνικής απόλαυσης, δυο ώρες με γνήσια, πηγαία ελληνική μουσική, μοναδικές και ανεπανάληπτες.


ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

Θάταν περίεργο αν σ’ όλη τη προσπάθεια οργάνωση της Συναυλίας δεν παρουσιάζονταν και τα «εμπόδια» λόγω κλίματος γενικότερου. Όλα όμως τελικά ξεπεράστηκαν. Η Λάρισα είδε, άκουσε, χειροκρότησε τον Θεοδωράκη περιφρόνησε τις κάθε είδους πιέσεις, καταδίκασε οριστικά στη συνείδησή του αυτούς που κάτω από την ανωνυμία (δείγμα ενοχής) έγρα­ψαν και κυκλοφόρησαν τα όσα βρώμικα διαβάσαμε.

https://www.youtube.com/watch?v=ZAFLA20fUGo

[1] Γιάννης Πουλόπουλος (Καρδαμύλη, 29 Ιουνίου 1941 - Χαϊδάρι, 23 Αυγούστου 2020). Το 1966 τραγούδησε σε δύο λαϊκές συναυλίες που πραγματοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια και στην Κύπρο, μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο, Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη, την Ελένη Ροδά και τον με αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε τη συνεργασία του με τον μεγάλο συνθέτη.

[2] Δημήτρης Μητροπάνος (Γεννήθηκε στην Αγία Μονή, μια συνοικία των Τρικάλων, 2 Απριλίου 1948 – Μαρούσι, 17 Απριλίου 2012)[4] Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε πως είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο Πόλεμο, όταν ήρθε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως ζει στη Ρουμανία. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας, το Καππά. Οργανώθηκε στη Νεολαία των Λαμπράκηδων, καθώς είχε ήδη πολιτικοποιηθεί από νωρίς, δεχόμενος μάλιστα απειλές ότι δε θα τον άφηναν να σπουδάσει λόγω των αριστερών του καταβολών.

 Το 1966 ο Μητροπάνος συναντάται, τυχαία, για πρώτη φόρα με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύει, στη θέση άλλου καλλιτέχνη που τότε ασθενούσε, μέρη από τη Ρωμιοσύνη και το Άξιον Εστί σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο

[3] Μαρία Φαραντούρη Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 1947. Η συμμετοχή της στη χορωδία του Συλλόγου Φίλων της Ελληνικής Μουσικής την έκανε να ανακαλύψει το πάθος της για το τραγούδι, ξεκινώντας έτσι τη μουσική της πορεία. Ο Σύλλογος, αποτελούσε ένα περιβάλλον που περιγράφεται και ως φυτώριο νέων καλλιτεχνών, με μέλη αυτού να αποτελούν ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Μάνος Λοΐζος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Χρήστος Λεοντής, οι Ζάκης και Παναγιώτης Κουνάδης κ.α.. Το 1963, ο Μίκης Θεοδωράκης την ανακάλυψε τραγουδώντας ένα από τα τραγούδια του και της πρότεινε να γίνει η φωνή των έργων του. Έγινε μέλος της μουσικής ομάδας του Θεοδωράκη, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Ντόρα Γιαννακοπούλου και τη Σούλα Μπιρμπίλη

[4] Ελένη Ροδά, γεννήθηκε στη Λάρισα, απόφοιτη της δραματικής σχολής του Δημήτρη Ροντήρη, αλλά στράφηκε από πολύ νωρίς στο τραγούδι. Ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε στην Ελένη Ροδά το βάπτισμα του πυρός κάνοντας την από ηθοποιό τραγουδίστρια, ενώ ο Μάνος Λοΐζος και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος με το τραγούδι «Το πλαστό το πασαπόρτι» την καθιέρωσαν ως μια κλασική λαϊκή φωνή. Είναι ηθοποιός, γνωστή για τα Trouba ’67 (1967), The Port’s First Lady (1969) και Provocation (1971). Η ίδια αναφέρει: Η μητέρα μου ήταν δαοκάλα και πηγαίναμε από χωριό σε χωριό. Μέχρι τα πέντε χρόνια μου έτσι έζησα. Ο πατέρας μου ήταν αντάρτης. Και λόγω αυτού κάποια στιγμή ανέβηκε στα βουνά και τον χάσαμε. Πρώτα με την Αντίσταση και μετά συνέχισε ως αυτοεξόριστος λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων. Όταν τελείωσε όλη αυτή η αναταραχή, γύρισε τελικά στο σπίτι.