Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Έφυγε ο Θανάσης Ριζάκης για να συναντήσει τους συναγωνιστές του, στις Ταξιαρχίες της Λευτεριάς

 

ΚΑΛΌ ΤΑΞΊΔΙ σύντροφε Θανάση στον αστρόκοσμο της Ιστορίας.

 Όλα τα χρόνια πάλευες για την ανάδειξη της Αληθινής Ιστορίας των αγώνων και την απόδοση τιμής στους αγωνιστές του αντιφασιστικού και λαϊκού μας κινήματος.

Ο ίδιος δεν είχες ανάγκη ν’ αποδείξεις την αγάπη για την πατρίδα και τον λαό μας. Η φυσική σου παρουσία και μόνο το μαρτυρούσε.

Έδωσες το μεγάλο παρόν, από μικρό παλληκαράκι, στα δυο μοναδικά έπη των κοινωνικών αγώνων, την Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του Ε.Λ.Α.Σ. και στην δεύτερη αγγλο-αμερικάνικη κατοχή μέσα από τις γραμμές του Δ.Σ.Ε.

Πολέμησες πρώτα στον ΕΛΑΣ ενάντια στους γερμανο-ιταλούς κατακτητές και τα ντόπια τσιράκια τους. Λίγο μετά την απελευθέρωση ενάντια στον βρετανικό στρατό κατοχής και τους ταγματασφαλίτες στις μάχες του Δεκέμβρη στην Αθήνα. Όλα αυτά τα «πλήρωσες» με βαρύ προσωπικό κόστος, όπως ήταν οι πολλοί τραυματισμοί σου, αλλά και η σύλληψή σου που ακολούθησε με τον εγκλεισμό σου από του βρετανούς «συμμάχους» στο στρατόπεδο του Χασάνι (παλιό αεροδρόμιο της Αθήνας), ως ανταμοιβή για την άδολη αγάπη στον λαό και τον πατριωτισμό σου.

Όταν μετά από μήνες ελευθερώθηκες γύρισες στο χωριό (Σωτηρίτσα Αγιάς) για ν’ αρχίσεις  μια νέα ειρηνική ζωή. Όμως, το δοσίλογο αστικό κράτος με την εφαρμογή της «Λευκής τρομοκρατίας» με τους σουρλάδες, τις διάφορες παρακρατικές οργανώσεις, αλλά και με την άμεση συμμετοχή του με την αστυνομία και τον προσεκτικά επιλεγμένο δωσιλογικό στρατό, άρχισε πάλι τις διώξεις.

Οι αγωνιστές που πολέμησαν τους κατακτητές, έχοντας τραυματιστεί, όπως εσύ (με διαμπερές τραύμα στο στήθος, χάσιμο των δακτύλων του αριστερού σου χεριού, του αυτιού και της ακοής), αντί να επιβραβευτούν για την υπηρεσία προς την πατρίδα, διώχτηκαν. Άλλοι πολλοί, κάθε ηλικίας, βασανίστηκαν απάνθρωπα, φυλακίστηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, εξορίστηκαν, ακόμα και δολοφονήθηκαν, όπως τα οκτώ άτομα από την οικογένειά σου, που ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας σου.


Μονόδρομος, όπως έλεγες ήταν το βουνό… Η συμμετοχή στον Δ.Σ.Ε. ήταν μοναδική διέξοδος. Νέες περιπέτειες, νέες ταλαιπωρίες και νέες ελπίδες. Δυστυχώς στην μάχη του Καρπενησίου τον Γενάρη του 1949 χάνεις και το ένα χέρι. Ακολουθούν τα χειρουργεία και τέλος η αναγκαστική πολιτική προσφυγιά στην Πολωνία…

Βαριά τραυματισμένοι αντάρτες του Δ.Σ.Ε. σε κέντρο αποκατάστασης στην Πολωνία.
Ο Θανάσης Ριζάκης στην πρώτη σειρά, δεύτερος από δεξιά

Θανάση, για όλη σου αυτή την διαδρομή, όχι μόνο δεν μετάνιωσες, αλλά ήσουν περήφανος, γιατί το θεωρούσες πως έκανες το άδολο χρέος σου προς την πατρίδα και το λαό σου. Η ήσυχη συνείδησή σου και η ευγενική φυσιογνωμία σου σε έκαναν αγαπητό σε όλους και αποτέλεσες την πηγή άντλησης δύναμης για ‘μας.

 


.



Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2025

22 Δεκέμβρη 1942 - Ιταλικό Στρατόπεδο Λάρισας


Κύπριοι αιχμάλωτοι πολέμου. 12/09/1942 στο Ιταλικό στρατόπεδο Λάρισας

Οι παραμονές των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, δεν λάμπουν πάντα από την ομορφιά της αναμονής των θερμών και χαρούμενων ευχών και εκδηλώσεων των συγγενών και φίλων. Υπάρχουν δυστυχώς και περιπτώσεις, όπως ο πόλεμος, που μεταβάλουν τις ανθρώπινες σχέσεις σε κτηνώδεις καταστάσεις.

Μια τέτοια μέρα έζησαν οι αιχμάλωτοι πατριώτες μας στο ιταλικό στρατόπεδο που βρίσκονταν στο αεροδρόμιο 83 χρόνια πριν

Παραθέτω χωρίς καμία παρέμβαση, αυτούσια την αφήγηση ενός αιχμαλώτου, του Γ. Δεληκάρη[1], όπως την βίωσε.

Ξημέρωνε Κυριακή 22 Δεκεμβρίου και στο θάλαμό μας μέσα είχαμε 10 νεκρούς. Τους μαζέ­ψαμε με προσοχή και τους βάλαμε στη γωνιά του θαλάμου και ορκιστήκαμε όλοι επάνω στο πτώμα τους εκδίκηση για τους αίτιους της καταστροφής αυτής και άθελά μας σιγοτραγουδούσαμε «Μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά κι’ ο Έλλην ξεσπαθώνει»[2], τό­σα σιγά για να μη μας ακούσουν οι Ιταλοί γιατί αλλοίμονό μας. Θα μας σκότωναν όλους. Ζητούσαν αφορμή για να μας καθαρίσουν μια για πάντα. Άλλω­στε μας το είπανε. Εδώ που ήρθατε θα πεθάνετε όλοι. Ήθελαν να μας ξεπαστρέψουν για |να φέρουν και άλλους γιατί έξω στο βουνό άρχισε να γίνεται αισθητή η λαϊκή αντίσταση.

Έτσι λοιπόν σιγά πεθαίναμε, δίχως καμμιά ιατρική περίθαλψη και δίχως ρούχα για να κοιμηθούμε. Κοιμόμασταν μέσ’ το νερό, πάνω σε άχυρα και από πάνω η σκεπή ήταν μισάνοιχτη, κι’ όταν έβρεχε γέμι­ζε ο θάλαμος. Έτσι μας είχαν χειρότερα και από ζώα.

Μόλις άνοιξε λοιπόν η πόρτο του θαλάμου και μπήκαν μέσα οι Ιταλοί μαζί με τον προδότη Αντώνη άρχισαν με κλοτσιές και βουρδουλιές να μας χτυπούν σαν τα σκυλιά λέγοντός μας «Μην τους κλαίτε παλιόσκυλα, γιατί και σεις θα πεθάνετε αύριο». Και ο προδότης Αντώνης μπρος στο θέαμα αυτό γελούσε σαν τσακάλι.

|Μα τότε συνέβη κάτι το τρο­μερό, κάτι το αλλόκοτο. ένα ! γεροντάκι φώναζε με όλη τη δύναμη της φωνής του, «Που θα πάτε άτιμοι φασίστες όσους και να σκοτώσετε από μας, θα μείνουν για να μας εκδικηθούν». Αυτό είπε ο γέρος και άρχισε να βγάζει κάτι άναρθρες κραυγές. Ο γέρος τρελάθηκε. Τότε οι Ι­ταλοί σαν τσακάλια χύμηξαν επάνω του και παίρνοντας μια μεγάλη πέτρα που είχαμε βάλλει πίσω από την πόρτα του θαλάμου μας για στήριγμα, την έριξαν επάνω στο κεφάλι του, κι’ ο γέρος σωριάστηκε κάτω με τις γροθιές σφιγμένες, έτσι σα να εκδήλωνε όλο το μίσος του γι’ αυτούς. Μετά από αυτά μας έβγαλαν στο κρύο και στη λάσπη και μας χτυπούσαν γυμνούς μέχρις ότου πέσαμε κάτω αναίσθητοι.

Έτσι μας άφησαν μέχρι το βράδυ δίχως νερά και φαΐ και δί­χως ρούχα, γιατί δεν μας άφησαν να τα πάρουμε. Όταν μας διέταξαν να μπούμε μέσα ημείς προσπαθήσαμε να μπούμ
ε με δυσκολία και από την εξάντληση γι’ αυτά μας άρχισαν πάλι στις κλω­τσιές αφήνοντας άλλους 10 νε­κρούς από τα βασανιστήρια και το κρύο.

Όλα όμως αυτά δεν μας λύγησαν το ηθικό μας κι’ ούτε μας έσπασαν τη θέληση, αλλά αντίθετα μας ατσάλωσαν την ψυχή και μας έκαναν λαϊκούς αγωνιστές αντάξιους ταυ αγώνα που καταβάλαμε και των προσδοκιών του λοού μας.[3]



[1] Δεληκάρης Γιώργος του Χαράλαμπου από τον Πειραιά.

[2] Αυτά ήταν κάποια από τα πρώτα τραγούδια που τραγουδούσαν οι Αντιστασιακοί.

[3] «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», Όργανο του Παραρτήματος Θεσσαλίας, της Εθνικής Αλληλεγγύης Ελλάδας, αρ. φύλλου 34,  1945.11.25, σ.2.